Δείτε επίσης: δαΐς, δαίς

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

αμάρτυρος υποθετικός τύπος, λέξη που δεν σώζεται σε κείμενα
αλλά σε σύνθετες λέξεις ή σε γραμματικούς τύπους ή σε σχόλια γραμματικών
- μπροστά από τη λέξη σημειώνεται πάντα ένας αστερίσκος -
 
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική
      γενική
      δοτική τῇ δάΐ
    αιτιατική τὴν δάϊν
     κλητική !
ανώμαλη κλίση, Κατηγορία 'ανώμαλα' όπως «δάϊς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

*δάϊς < αρχαϊσμός, ... λείπει η ετυμολογία
Δείτε, μυκηναϊκή 𐀅𐀂𐀠𐀲 (da-i-pi-ta)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

*δάϊς θηλυκό

  • ελλειπτικό ουσιαστικό, μόνο στις πτώσεις: δοτική ενικού δαΐ (στη μάχη) & αιτιατική ενικού δάϊν (τη μάχη)
    → δείτε παραθέματα στο δαΐ

  ΠηγέςΕπεξεργασία