Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὑποζώννυμι < αρχαία ελληνική ὑπο- + ζώννυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *Hyeh₃s (ζώνομαι)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ὑποζώννυμι

  1. (ελληνιστική κοινή) ζώνω από κάτω
  2. (ελληνιστική κοινή) δένω σωστά ένα πλοίο, ώστε να είναι αξιόπλοο
  3. ὑπεζωκώς: (ανατομία) ο υπεζωκότας

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία