Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ Ἀβρινάται
      γενική τῶν Ἀβρινατῶν
      δοτική τοῖς Ἀβρινάταις
    αιτιατική τοὺς Ἀβρινάτᾱς
     κλητική ! Ἀβρινάται
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ Ἀβρινάτ
γεν-δοτ τοῖν Ἀβρινάταιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία 'τοξότης' όπως «τοξότης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ἀβρινάται < λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ἀβρινάται αρσενικό στον πληθυντικό (ελληνιστική κοινή)

  ΠηγέςΕπεξεργασία