Δείτε επίσης: ἀγροῖκος, αγροίκος
Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἄγροικος τὸ ἄγροικον οἱ, αἱ ἄγροικοι τὰ ἄγροικα
Γενική τοῦ, τῆς ἀγροίκου τοῦ ἀγροίκου τῶν ἀγροίκων τῶν ἀγροίκων
Δοτική τῷ, τῇ ἀγροίκῳ τῷ ἀγροίκῳ τοῖς, ταῖς ἀγροίκοις τοῖς ἀγροίκοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἄγροικον τὸ ἄγροικον τοὺς, τὰς ἀγροίκους τὰ ἄγροικα
Κλητική ἄγροικε ἄγροικον ἄγροικοι ἄγροικα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀγροίκω
Γενική-Δοτική ἀγροίκοιν

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ἄγροικος < ἀγρός + οἶκος[1], οἰκέω

  Επίθετο

επεξεργασία

ἄγροικος, -ος, -ον

  1. που ζει στους αγρούς (π.χ. ζώο)
  2. ο χωριάτικος, ο αμόρφωτος, ο αγροίκος, ο άξεστος, ο ακατέργαστος
    ※  αἷς εἴ τις ἀπιστῶν προσβιβᾷ κατὰ τὸ εἰκὸς ἕκαστον, ἅτε ἀγροίκῳ τινὶ σοφίᾳ χρώμενος, πολλῆς αὐτῷ σχολῆς δεήσει Πλάτωνας, Φαίδρος, 230
    αν κάποιος χωρίς να τα πιστεύει αυτά αναλάβει να εξηγήσει το καθένα τους με τον τρόπο που του φαίνεται πιθανότερος, επιστρατεύοντας μια ακατέργαστη γνώση, θα του πάρει πάρα πολύ χρόνο
  3. ο γεωμόρος, γενικά ο αγρότης, το αγροτικό
    ※  εἶτ᾽ ἔδοξεν αὐτοῖς διὰ τὸ στασιάζειν ἄρχοντας ἑλέσθαι δέκα, πέντε μὲν εὐπατριδῶν, τρεῖς δὲ ἀγροίκων, δύο δὲ δημιουργῶν (Αριστοτέλης)
  4. τραχύς, μη βρώσιμος, αγίνωτος, ανώριμος

Άλλες μορφές

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία
ἄγροικος
ἀγρικότερος
ἀγρίκως
ἀγρικότερον

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.