Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ἀμφιλύκη
      γενική τῆς ἀμφιλύκης
      δοτική τῇ ἀμφιλύκ
    αιτιατική τὴν ἀμφιλύκην
     κλητική ! ἀμφιλύκη
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
Δεν μαρτυρείται ο πληθυντικός.
*λύκη [ῠ]
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀμφιλύκη < ἀμφι- + *λύκη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀμφιλύκη θηλυκό

  ΠηγέςΕπεξεργασία