Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

υαλοφυσητήρας < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υαλοφυσητήρας

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία