Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τραχηλοτομία οι τραχηλοτομίες
      γενική της τραχηλοτομίας των τραχηλοτομιών
    αιτιατική την τραχηλοτομία τις τραχηλοτομίες
     κλητική τραχηλοτομία τραχηλοτομίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τραχηλοτομία < τραχηλο(ς) + -τομία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τραχηλοτομία θηλυκό

  • (ιατρική) χειρουργική τομή του τραχήλου της μήτρας


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία