Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρίοδος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρίοδος θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)
  2. (οικείο) η τρίοδος λυχνία κενού


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία