Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο συμβατισμός οι συμβατισμοί
      γενική του συμβατισμού των συμβατισμών
    αιτιατική τον συμβατισμό τους συμβατισμούς
     κλητική συμβατισμέ συμβατισμοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμβατισμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συμβατισμός αρσενικό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία