Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σαστίζω < τουρκική sastim < sasmak

  ΡήμαΕπεξεργασία

σαστίζω, πρτ.: σάστιζα, στ.μέλλ.: θα σαστίσω, αόρ.: σάστισα, μτχ.π.π.: σαστισμένος

  1. εκπλήσσομαι ή ξαφνιάζομαι από κάτι και δεν ξέρω πώς να αντιδράσω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία