Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάρισα σάρισες
γενική σάρισας σαρισών
αιτιατική σάρισα σάρισες
κλητική σάρισα σάρισες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάρισα < → Η ετυμολογία λείπει.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάρισα θηλυκό

  1. μακρύ κοντάρι με το οποίο ήταν οπλισμένοι οι άντρες της αρχαίας μακεδονικής φάλαγγας


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία