Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ροζέ < γαλλική rosé < rose < λατινικά rosa < αρχαία ελληνική ῥόδον (αντιδάνειο)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ροζέ άκλιτο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ροζέ ουδέτερο άκλιτο

  1. το (κάπως ανοιχτό) ροζ χρώμα
  2. κρασί με το παραπάνω χρώμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία