Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

προχειρίζω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

προχειρίζω

  1. χειροτονώ
  2. (μεταφορικά) έχοντας εξουσία-αρμοδιότητα ανεβάζω κάποιον στην ιεραρχική κλίμακα, δίνω προαγωγή, προβιβάζω, προάγω
  3. είμαι τσαπατσούλης, κάνω προχειροδουλειά
  4. προσαρμόζω προχειρίδα σε ακόντιο τουρνουά ιπποτικής κονταρομαχίας


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία