Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προσωπολογία οι προσωπολογίες
      γενική της προσωπολογίας των προσωπολογιών
    αιτιατική την προσωπολογία τις προσωπολογίες
     κλητική προσωπολογία προσωπολογίες
Συνήθως στον ενικό.
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προσωπολογία θηλυκό

  1. (ανθρωπομετρία) η προσωπομετρία, η ανθρωπομετρία του προσώπου
  2. (ψυχολογία) μελέτη των μικροεκφράσεων που προδίδουν πρόθεση και συναίσθημα
  3. (τέχνη) η αισθητική μελέτη των γραμμών και των χρωμάτων του προσώπου (στις τέχνες: ζωγραφική, γλυπτική, κομμωτική κτλ.)
  4. (πληροφορική) η γνώση και τα δεδομένα που απαιτούνται ώστε να αναπτυχθεί σύστημα αναγνώρισης προσώπων (facial recognition system)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία