Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πολιτάρχης πολιτάρχες
γενική πολιτάρχη πολιταρχών
αιτιατική πολιτάρχη πολιτάρχες
κλητική πολιτάρχη πολιτάρχες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολιτάρχης < πολιτών + -άρχης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πολιτάρχης αρσενικό

  1. αρχηγικό αξίωμα του παρελθόντος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία