Ετυμολογία

επεξεργασία
παχύ < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου παχύς

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /paˈçi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πα‐χύ

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

παχύ ουδέτερο

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτου

επεξεργασία

παχύ

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παχύς
  2. γενική ενικού, ουδέτερου γένους του παχύς
    άλλες μορφές: παχιού, παχέος

Πολυλεκτικοί όροι

επεξεργασία



  Κλιτικός τύπος επιθέτου

επεξεργασία

παχύ