Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

οπλοβαστός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οπλοβαστός αρσενικό

  1. αντικείμενο με υποδοχές για την τοποθέτηση όπλων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία