Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξενοδόχα ξενοδόχες
γενική ξενοδόχας
αιτιατική ξενοδόχα ξενοδόχες
κλητική ξενοδόχα ξενοδόχες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξενοδόχα < ξενοδόχος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξενοδόχα θηλυκό

  1. (λαϊκότροπο) η ξενοδόχος
δείτε τη λέξη: ξενοδόχος