Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική νυκτερίς νυκτερίδε νυκτερίδες
Γενική νυκτερίδος νυκτερίδοιν νυκτερίδων
Δοτική νυκτερίδι νυκτερίδοιν νυκτερίσι(ν)
Αιτιατική νυκτερίδα νυκτερίδε νυκτερίδας
Κλητική νυκτερίς νυκτερίδε νυκτερίδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νυκτερίς < νύκτερος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νυκτερίς θηλυκό