Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μισέλληνας < αρχαία ελληνική μισέλλην

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μισέλληνας αρσενικό

  1. που έχει μίσος για τους Έλληνες ή την Ελλάδα γενικότερα

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία