Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μινυρισμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μινυρισμός αρσενικό

  1. σιγανό κελάηδημα, σιγανό κλάμα, παράπονο, παραπονιάρικο τραγούδι


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία