Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ματώνω < αιματώνω < αἱματόω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ματώνω , πρτ.: μάτωνα, στ.μέλλ.: θα ματώσω, αόρ.: μάτωσα, μτχ.π.π.: ματωμένος

  1. (μεταβατικό) προκαλώ σε ένα σημείο του σώματος (μικρή) αιμορραγία
    του έδωσε μια κλοτσιά στο γόνατο και του το μάτωσε
  2. (αμετάβατο) βγάζω (λίγο) αίμα ή λερώνομαι με αίμα
  3. (αμετάβατο) (μεταφορικά) υποφέρω, βασανίζομαι

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη: αίμα

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία