πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοιτίδα οι κοιτίδες
      γενική της κοιτίδας των κοιτίδων
    αιτιατική την κοιτίδα τις κοιτίδες
     κλητική κοιτίδα κοιτίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

επεξεργασία
κοιτίδα < κοιτίς < κοίτη

Ουσιαστικό

επεξεργασία

κοιτίδα θηλυκό

  • μέρος στο οποίο κάτι αναπτύχθηκε, μέρος από το οποίο κάτι προέρχεται

Μεταφράσεις

επεξεργασία