Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοιτίδα κοιτίδες
γενική κοιτίδας κοιτίδων
αιτιατική κοιτίδα κοιτίδες
κλητική κοιτίδα κοιτίδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοιτίδα < κοιτίς < κοίτη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοιτίδα θηλυκό

  1. μέρος στο οποίο κάτι αναπτύχθηκε, μέρος από το οποίο κάτι προέρχεται


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία