Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καβαλικεύω < μεσαιωνική ελληνική καβαλικεύω / καβαλικεύγω / καβαλκεύγω / καβαλλικεύω / καβαλλικεύγω / καλλικεύω < λατινική caballicare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος caballico < caballus

  ΡήμαΕπεξεργασία

καβαλικεύω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία