Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καβαλικεύω < μεσαιωνική ελληνική καβαλικεύω / καβαλικεύγω / καβαλκεύγω / καβαλλικεύω / καβαλλικεύγω / καλλικεύω < υστερολατινική caballicare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος caballico (ιππεύω) [1]

  ΡήμαΕπεξεργασία

καβαλικεύω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία