Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιππεύω < αρχαία ελληνική ἱππεύω < ἵππος + -εύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ιππεύω

  1. ανεβαίνω στην πλάτη ενός αλόγου και τρέχω, κάνω ιππασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία