Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ.piˈva.lɔ.me/

  ΡήμαΕπεξεργασία

επιβάλλομαι, π.αόρ.: επιβλήθηκα, μτχ.π.π.: επιβεβλημένος