Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ηλιόκαμα < ηλιο- + κάμα (< καίω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.ˈʎɔ.ka.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ηλιόκαμα ουδέτερο

  1. η μεγάλη ζέστη κάτω από τον ήλιο (δηλαδή σε ανοιχτό, μη σκιασμένο, χώρο)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία