Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ εἰσιτήριος τὸ εἰσιτήριον οἱ, αἱ εἰσιτήριοι τὰ εἰσιτήρια
Γενική τοῦ, τῆς εἰσιτηρίου τοῦ εἰσιτηρίου τῶν εἰσιτηρίων τῶν εἰσιτηρίων
Δοτική τῷ, τῇ εἰσιτηρίῳ τῷ εἰσιτηρίῳ τοῖς, ταῖς εἰσιτηρίοις τοῖς εἰσιτηρίοις
Αιτιατική τὸν, τὴν εἰσιτήριον τὸ εἰσιτήριον τοὺς, τὰς εἰσιτηρίους τὰ εἰσιτήρια
Κλητική εἰσιτήριε εἰσιτήριον εἰσιτήριοι εἰσιτήρια
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική εἰσιτηρίω
Γενική-Δοτική εἰσιτηρίοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εἰσιτήριος < εἴσειμι < εἰς + εἶμι < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *h₁ey- (εἶμι, πηγαίνω)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εἰσιτήριος, -ος, -ον

  1. που έχει σχέση με την είσοδο ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. (θρησκεία) (ουσιαστικοποιημένο) εἰσιτήρια (ἱερά): θυσία που γίνεται στην αρχή έτους ή με την ανάληψη αξιώματος
  3. (ουσιαστικοποιημένο) εἰσιτήριον: (ελληνιστική κοινή) εισιτήριο