Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκστομίζω < εκ- + στόμα + -ίζω ((μεταφραστικό δάνειο) νέα ελληνική ξεστομίζω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

εκστομίζω

  1. (λόγιο) ξεστομίζω
  2. (τεχνικός όρος)
    1. σπάω το στόμιο ή το στόμα αντικειμένου
    2. αφαιρώ συνειδητά το στόμιο από κάτι (πχ λόγω ανασχεδιασμού)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  • εκστομώ

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία