Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαμώτο < γαμώ το

  ΕπιφώνημαΕπεξεργασία

γαμώτο!

  • έκφραση αγανάκτησης ή απογοήτευσης

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γαμώτο ουδέτερο άκλιτο

  1. (οικείο) η αξιοπρέπεια, ο εγωισμός
    • σθένος υπέρβασης

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία