Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαλλοπροβηγκιανά < γάλλο- + προβηγκιανά.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
H περιοχή όπου μιλάνε τα γαλλοπροβηγκιανά.

γαλλοπροβηγκιανά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία