Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυτόλυση < αυτο- + λύση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αυτόλυση θηλυκό

  1. αυτοδιάσπαση
  2. (βιοχημεία), (ιατρική): η διάσπαση των ιστών των οργανισμών, συνηθέστερα μετά το θάνατο, από τα ίδια τους τα ένζυμα, τα δε στάδια της αυτόλυσης μελετά η ιατροδικαστική.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία