Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ατρετσαρίστας < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ατρετσαρίστας αρσενικό

(θέατρο) ο φροντιστής του θεάτρου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία