↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀσπίς αἱ ἀσπίδες
      γενική τῆς ἀσπίδος τῶν ἀσπίδων
      δοτική τῇ ἀσπίδ ταῖς ἀσπίσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν ἀσπίδ τὰς ἀσπίδᾰς
     κλητική ! ἀσπίς* ἀσπίδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀσπίδε
γεν-δοτ τοῖν  ἀσπίδοιν
Με βραχύ γιώτα στο θέμα -ίς -ίδος.
* Κατά τη Γραμματική του Smyth, η κλητική ενικού χωρίς το
3η κλίση, Κατηγορία 'πατρίς' όπως «πατρίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ἀσπίς < λείπει η ετυμολογία

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

ἀσπίς, -ίδος θηλυκό

  1. (οπλισμός) ασπίδα
  2. (φίδι) φαρμακερό φίδι (Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, Μελπομένη, 191

Παράγωγα

επεξεργασία
  • (Χρειάζεται επεξεργασία)

Εκφράσεις

επεξεργασία