Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ανασκέλωμα τα ανασκελώματα
      γενική του ανασκελώματος των ανασκελωμάτων
    αιτιατική το ανασκέλωμα τα ανασκελώματα
     κλητική ανασκέλωμα ανασκελώματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανασκέλωμα < ανασκελώνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανασκέλωμα ουδέτερο (και ανασκέλιασμα)

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος ανασκελώνω, η ρήψη κάποιου σε θέση που να βρεθεί ανάσκελα, ύπτια, με την πλάτη καταγής
  2. η πτώση κάποιου ανάσκελα χωρίς σπρώξιμο, το ξάπλωμα ανάσκελα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία