Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανήμερα < μεσαιωνική ελληνική ανήμερα < αρχαία ελληνική ἐν ἡμέρᾳ (εντός της ημέρας)

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ανήμερα

  1. κατά την ίδια εκείνη μέρα στην οποία αναφερόμαστε
    το Μεγάλο Σάββατο το βράδυ τσουγκρίζουμε τ' αβγά κι ανήμερα το Πάσχα ψήνουμε τον οβελία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ανήμερα ουδέτερο