Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλύπητα < αλύπητος +

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

αλύπητα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

αλύπητα