Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αδιάκριτα < αδιάκριτος < ἀ-στερητ. + διακρίνω

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

αδιάκριτα

  1. χωρίς διακριτικότητα, χωρίς ευγένεια, χωρίς λεπτότητα
  2. εφαρμόζοντας γενική συμπεριφορά προς όλους χωρίς διαφοροποίηση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία