Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ἄγλις ἄγλῑθε ἄγλῑθες
Γενική ἄγλῑθος ἀγλίθοιν ἀγλίθων
Δοτική ἄγλῑθι ἀγλίθοιν ἄγλισι
Αιτιατική ἄγλιν ἄγλῑθε ἄγλῑθας
Κλητική ἄγλι ἄγλῑθε ἄγλῑθες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἄγλις < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἄγλις θηλυκό

  1. σκελίδα σκόρδου
    • μὰ Δί᾽ ἀλλὰ παρ᾽ Εὐχαρίδου καὐτὸς τρεῖς γ᾽ ἄγλιθας μετέπεμψα (Ἀριστοφάνης, Σφῆκες, 680)
    • Άγλιθες: Εξ ων η κεφαλή του σκορόδου σύγκειται ή σκορόδων κεφαλαί, αγλίδια, σκόροδα Μέγα Ετυμολογικόν. Λεξικό του 12ου αιώνα, βασισμένο σε προγενέστερο του 9ου αιώνα

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • η ονομαστική πληθυντικού και ἀγλῖθες