Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

Τοτός < ιταλική Toto (χαϊδευτικό του Antonio)

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Τοτός αρσενικό

  1. παιδιάστικο χαϊδευτικό του Αντώνης

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • το άλλο με τον Τοτό το ξέρεις;: όταν κάποιος μας λέει κάτι που το θεωρούμε απίθανο, κυρίως για να δείξουμε ότι αυτό που μόλις ειπώθηκε μάλλον σαν ανέκδοτο μπορεί να θεωρηθεί παρά σαν πραγματικότητα
  • μη γίνεσαι Τοτός!: μη λες ασυναρτησίες, μη γίνεσαι γελοίος/αστείος/γραφικός/ευκολόπιστος/ενοχλητικός - σκωπτικής και απαξιωτικής σημασίας

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • χρησιμοποιείται σε ιστορίες ή ανέκδοτα για να κατονομαστεί το κύριο παιδικό πρόσωπο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία