Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ο Ροσινάντης
      γενική του Ροσινάντη
    αιτιατική τον Ροσινάντη
     κλητική Ροσινάντη
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ροσινάντης < ισπανική Rocinante

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɾo.siˈnan.dis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Ρο‐σι‐νά‐ντης

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ροσινάντης αρσενικό, μόνο στον ενικό

  • (όνομα ζώου) το όνομα του αλόγου του Δον Κιχώτη
    ※ Οι εξαχρειωμένοι, οι ανήμποροι, ο Σάντζο με την αφοπλιστική λιτότητα των σκέψεών του, ο αδάμαστος κι ακαταπόνητος Ροσινάντης, σπορά του Βουκεφάλα, και άλλοι κι άλλοι... Ζωντανεμένες όλες οι ονειρικές σκιές του μεγάλου Μιγκέλ Θερβάντες, προκαλούν το γέλιο και πολλές φορές τη θλίψη στο χώρο που ενσαρκώνει τις ιδέες, δηλαδή στο Θέατρο.
    «Με τον “Δον Κιχώτη” το Παιδικό Θέατρο», εφημερίδα Βέροια, 6 Νοεμβρίου 2003, σελ. 7. @medusa.libver.gr

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

[1]

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Αλεξάνδρα Σαμουήλ, Ιδαλγός της ιδέας: η περιπλάνηση του Δον Κιχώτη στην ελληνική λογοτεχνία, Εκδόσεις Πόλις, 2007, σελ. 92