Δείτε επίσης: Βερνόν

Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

  Ετυμολογία επεξεργασία

Βέρνον < (άμεσο δάνειο) αγγλική Vernon < γαλατική λέξη «uerna» (άλνος, το φυτό σκλήθρα)

  Κύριο όνομα επεξεργασία

Βέρνον (άκλιτο)

  1. αγγλικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
    ※  Βέρνον (Φράνσις Vernon, αναφερόμενος υπό του Σπον ως Vernhum). Άγγλος μαθηματικός του ΙΖ΄ αιώνος, επισκευθείς τας Αθήνας και άλλας πόλεις της Ελλάδος (από το λ. για την πόλη στο: Εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν, τόμ. 3 (Αθήνα: Εκδοτικός Οίκος Ελευθερουδάκη, 1928), σ. 183).
    άλλες μορφές: → δείτε τη λέξη Βέρνων (καθαρεύουσα)
  2. ανδρικό όνομα από το αγγλικό επώνυμο
    ※  […] ο Γκραπελί με τους εξαιρετικούς μουσικούς του ερμηνεύει μεταξύ άλλων κομμάτια των Κόουλ Πόρτερ («Love for Sale») και Βέρνον Ντιουκ (από κείμενο με παρουσιάσεις δίσκων: tovima.gr «Ηχογραφήσεις»], εφημερίδα Το Βήμα της Κυριακής (3 Μαρτίου 2002)· πρόσβαση: 2019-10-03).
  3. βουνό των ΗΠΑ
  4. πόλεις των ΗΠΑ
  5. πόλεις του Καναδά
    → δείτε τη λέξη Βερνόν

Δείτε επίσης επεξεργασία

  Μεταφράσεις επεξεργασία