↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Αὐτολογί αἱ Αὐτολογίαι
      γενική τῆς Αὐτολογίᾱς τῶν Αὐτολογιῶν
      δοτική τῇ Αὐτολογί ταῖς Αὐτολογίαις
    αιτιατική τὴν Αὐτολογίᾱν τὰς Αὐτολογίᾱς
     κλητική ! Αὐτολογί Αὐτολογίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Αὐτολογί
γεν-δοτ τοῖν  Αὐτολογίαιν
Συνήθως στον ενικό
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
Αὐτολογία < αὐτολογέω, αὐτόλογος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  Κύριο όνομα

επεξεργασία

Αὐτολογία θηλυκό