Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Άβελ < από το εβραϊκό όνομα הבל (Hẹḇel) που σημαίνει ανάσα, ατμός, πνοή, απώλεια, ματαιότητα ή, κατά άλλους ειδικούς, από την ακκαδική λέξη ablu (γιος) ή από λέξη που σημαίνει κτηνοτρόφος

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Άβελ αρσενικό άκλιτο

  1. γιος του Αδάμ και της Εύας τον οποίο σύμφωνα με τη Βίβλο σκότωσε ο αδελφός του Κάιν

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία