Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

wizard (en)

  1. o μάγος (των παραμυθιών)
     συνώνυμα: conjurer, mage, magician, mystic, sorcerer, warlock, witch
  2. (μεταφορικά) κάποιος με εξαιρετικές ικανότητες και ταλέντο σ' έναν συγκεκριμένο τομέα
     συνώνυμα: genius, expert, prodigy
  3. (πληροφορική) οδηγός: λογισμικό που καθοδηγεί τον μη έμπειρο χρήστη στην εκτέλεση σύνθετων εργασιών

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

wizard (en)

  1. ασκώ τη μαγεία
  2. επικαλούμαι υπερφυσικές δυνάμεις, κάνω μαγικά κόλπα
     συνώνυμα: conjure

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

wizard (en)