Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική wierzchołek wierzchołki
γενική wierzchołku wierzchołków
δοτική wierzchołkowi wierzchołkom
αιτιατική wierzchołek wierzchołki
οργανική wierzchołkiem wierzchołkami
τοπική wierzchołku wierzchołkach
κλητική wierzchołku wierzchołki

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

wierzchołek (pl) αρσενικό