Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

sum < (ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) ) *h₁ésmi (είμαι). Συγγενή: (αρχαία ελληνική ) εἰμί και (σανσκριτικά) अस्मि (ásmi)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sum/
audio 

  ΡήμαΕπεξεργασία

sum (la)

  1. είμαι
  2. υπάρχω

ΚλίσηΕπεξεργασία



Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sum (en)

  1. (μαθηματικά) το άθροισμα
  2. ένα μαθηματικό πρόβλημα που δίνεται προς λύση σε ένα μαθητή
  3. ένα χρηματικό ποσό
    a sum of money
  4. η κεντρική ιδέα
  5. η σύνοψη ενός κειμένου

  ΡήμαΕπεξεργασία

sum (en)

  1. αθροίζω
  2. συνοψίζω

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  1. add
  2. summarize