Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

subordinate (en)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

subordinate (en)

  1. αυτος που τοποθετείται σε κατώτερη τάξη ή θέση, που ελέγχεται από μια μορφή εξουσίας, εξαρτημένος, υποτελής
    the king and the subordinate knights - ο βασιλιάς και οι υποτελείς ιππότες
  2. η εξαρτημένη πρόταση, η δευτερεύουσα
    subordinate clause - δευτερεύουσα πρόταση

  ΡήμαΕπεξεργασία

subordinate (en)

  1. υποτάσσω
  2. (οικονομικά) δίνω ήσσονα προτεραιότητα σε πληρωμές εν όψει χρεωκοπίας