Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

regularly < regular

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

regularly (en)

  1. (γραμματική) ομαλά
     αντώνυμα: irregularly
    there are regularly and irregularly declined nouns - υπάρχουν ουσιαστικά που κλίνονται ομαλά και (άλλα που κλίνονται) ανώμαλα