Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

reading (en)


  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

reading (en)

  1. διάβασμα, ανάγνωση
  2. για διάβασμα
    reading glasses (γυαλιά διαβάσματος)
  3. η ένδειξη σε κάποιο όργανο μέτρησης
  4. η ερμηνεία ενός συμβόλου ή ένδειξης ή γλώσσας
  5. (μεταφορικά) η ερμηνεία μιας κατάστασης, η αποκωδικοποίησή της σε όρους κατανοητούς που να διευκολύνουν στην εκτίμηση και αξιοποίησή της, η αξιολόγηση μιας κατάστασης